σύμβαση

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

σύμβαση

  • ˈsiɱ.va.si

Phát âm giống σύμφαση

Nó đến từ đâu

σύμβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμβα(σις) (συμβάδιση, συμφωνία) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + βάσις

:* για τις κοινωνικές συμβάσεις < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conventions, πληθυντικός του convention.

danh từ σύμβαση · συμβάσεις · σύμβασης · συμβάσεων

  1. plural normally, συνήθως στον πληθυντικό η γραπτή ή άγραφη συμφωνία μεταξύ των μελών μιας ομάδας ή κοινωνίας ότι θα υιοθετήσουν ορισμένες συνήθειες ή πρακτικές Κάποτε οι κοινωνικές συμβάσεις δεν επέτρεπαν στις γυναίκες να φοράνε παντελόνια.
  2. γραπτό κείμενο συμφωνίας - συνθήκης με δεσμευτική ισχύ για όσους το υπέγραψαν εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"σύμβαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύμβαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"σύμβαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύμβαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}