σύμβαση
Ελληνικά
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
σύμβαση
- ˈsiɱ.va.si
Phát âm giống σύμφαση
Nó đến từ đâu
σύμβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμβα(σις) (συμβάδιση, συμφωνία) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + βάσις
:* για τις κοινωνικές συμβάσεις < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conventions, πληθυντικός του convention.
danh từ σύμβαση · συμβάσεις · σύμβασης · συμβάσεων
- η γραπτή ή άγραφη συμφωνία μεταξύ των μελών μιας ομάδας ή κοινωνίας ότι θα υιοθετήσουν ορισμένες συνήθειες ή πρακτικές Κάποτε οι κοινωνικές συμβάσεις δεν επέτρεπαν στις γυναίκες να φοράνε παντελόνια.
- γραπτό κείμενο συμφωνίας - συνθήκης με δεσμευτική ισχύ για όσους το υπέγραψαν εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας
Bằng tiếng Anh
- covenant binding agreement
- convention agreement, contract or pact
- compact agreement or contract
Trò chuyện về từ này "σύμβαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σύμβαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7 "σύμβαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {σύμβαση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}