σύμπηξη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σύμπηξη

Where it comes from

σύμπηξη < αρχαία ελληνική σύμπηξις < συμπήγνυμι < σύν + πήγνυμι

noun σύμπηξη · συμπήξεις · σύμπηξης · συμπήξεων

  1. από κοινού δημιουργία, κοινή ενέργεια δύο ή περισσότερων μερών που οδηγεί στη δημιουργία σταθερών δεσμών μεταξύ τους ※ Ο Ρήγας απέκλειε εκ προοιμίου τη σύμπηξη ομοσπονδίας μικρών κρατών. Η Ελληνική Δημοκρατία έπρεπε να είναι ενιαία και αδιαίρετη, συγκροτούμενη από μικρά έθνη στα οποία θα καλλιεργείτο, επιμελώς ως αρραγής κοινωνικός ιστός, το συναίσθημα της δημοκρατικής αρετής (Κ. Παναγόπουλος, Κ. Κριμίζης, Digesta

In English

  • concretion action of making something concrete or the result of such an action

Talk about this word

Cite this
MLA

"σύμπηξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύμπηξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BE%CE%B7

Chicago

"σύμπηξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύμπηξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}