σύνδρομο
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
σύνδρομο
- ˈsin.ðɾo.mo
Από πού έρχεται
σύνδρομο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική syndrome < αρχαία ελληνική συνδρομή (συρροή εννοείται: συμπτωμάτων) < σύνδρομος (συνάντηση, σταυροδρόμι) < σύν- + δρόμος
ουσιαστικό σύνδρομο · σύνδρομα · συνδρόμου · σύνδρομου · συνδρόμων
- αναγνωρίσιμο σύνολο συμπτωμάτων και διαταραχών ※ Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418
Στα αγγλικά
- syndrome recognizable pattern of symptoms or behaviours
Συζήτησε αυτή τη λέξη "σύνδρομο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. σύνδρομο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF "σύνδρομο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {σύνδρομο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}