σύνθετο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σύνθετο
- ˈsin.θe.to
Where it comes from
σύνθετο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σύνθετος. Εννοείται το ουσιαστικό λέξη
noun σύνθετων · σύνθετο · σύνθετα · συνθέτου · σύνθετου · συνθέτων
- σύνθετη λέξη που δημιουργείται με τη διαδικασία της σύνθεσης
noun σύνθετων · σύνθετο · σύνθετα · συνθέτου · σύνθετου · συνθέτων
- έπιπλο για το σαλόνι με πολλές χρήσεις (π.χ. βιβλιοθήκη, χώρος για γυαλικά, μπαρ κ.λπ.)
adjective σύνθετων · σύνθετο · σύνθετα · συνθέτου · σύνθετου · συνθέτων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σύνθετος
Talk about this word "σύνθετο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. σύνθετο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF "σύνθετο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σύνθετο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}