σύννεφο
Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
σύννεφο¹
- ˈsi.ne.fo
Nó đến từ đâu
σύννεφο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σύννεφο, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο < ελληνιστική κοινή σύννεφος < συν- + νέφος
danh từ σύννεφο · σύννεφα · σύννεφου · σύννεφων
- ορατή μάζα συμπυκνωμένων υδρατμών που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος πάνω από το έδαφος ※ Και η σκέψη μου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν θολή, ξαφνικά καθάρισε, σαν να φύσηξε ένα δυνατό χαμσίνι, σαν αυτά που έκαναν τη ζωή μου δύσκολη στην έρημο, και να 'διωξε τα σύννεφα που τη σκοτείνιαζαν. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος 2005)
- αντικείμενα σε μεγάλο αριθμό σαν σε σύννεφο ※ Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί
Σύννεφο²
Nó đến từ đâu
Σύννεφο < → λείπει η ετυμολογία
danh từ riêng Σύννεφο · Synnefo
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Bằng tiếng Anh
- cloud visible mass of water droplets suspended in the air
Trò chuyện về từ này "σύννεφο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. σύννεφο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%BF "σύννεφο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%BF.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {σύννεφο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}