σύνταξη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σύνταξη
- ˈsin.da.ksi
Where it comes from
σύνταξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύνταξις • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun σύνταξη · συντάξεις · σύνταξης · συντάξεων
- η εκφορά του γραπτού ή προφορικού λόγου με συγκεκριμένους κανόνες στη χρήση, θέση και σχέση των λέξεων μιας φράσης H σωστή σύνταξη διδάσκεται με το μάθημα του συντακτικού
- το γράψιμο ενός κειμένου, συνήθως επίσημου H σύνταξη του νομοσχεδίου καθυστέρησε με ευθύνη του αρμόδιου υπουργού
- τα άτομα που εργάζονται γενικά ως δημοσιογράφοι
- οι συντάκτες που έχουν ως αντικείμενο την επιμέλεια κειμένων, γραπτών ή προφορικών ※ απομακρύνθηκε (με τη μορφή «παραίτησης») ο διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας έκδοσης Μπάμπης Κούτρας και τη θέση του καταλαμβάνει το νέο πουλέν της κυρίας Αγγελοπούλου, ο μέχρι τούδε διευθυντής του κυριακάτικου φύλλου Λάμπρος Σμαΐλης (Χ. Γ. Παπουτσάκης, Αντί, τεύχη 886-891, 2007, σελ. 13)
- ο χώρος στον οποίο είναι τα γραφεία των δημοσιογράφων
- η τοποθέτηση των ανδρών μιας στρατιωτικής μονάδας σε στοίχους και γραμμές κατά την τακτική της συγκέντρωση
- η αποχώρηση από την εργασιακή ζωή και η οικονομική επιβίωση με τη μηνιαία είσπραξη ενός ποσού που καταθέτει ο ασφαλιστικός και συνταξιοδοτικός φορέας του πρώην εργαζόμενου Ο Κώστας βγήκε στη σύνταξη.
- το ποσό που εισπράττει μηνιαία ένας συνταξιούχος από τον ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό φορέα του ή το κράτος όταν για λόγους ηλικίας, ή ατυχήματος ή άλλους, παύει να εργάζεται και δικαιούται να συνταξιοδοτηθεί Πόση σύνταξη παίρνεις;
- καθορισμός των επιτρεπτών ακολουθιών συμβόλων
In English
- syntax set of rules that govern how words are combined
- pension regular payment due to a person in consideration of past services
- retirement act of retiring, or the state of being retired
Talk about this word "σύνταξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σύνταξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7 "σύνταξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σύνταξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}