σύντηξη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σύντηξη

  • ˈsin.di.ksi

Where it comes from

σύντηξη < αρχαία ελληνική σύντηξις < συντήκω < σύν + τήκω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική fusion ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fusion)

noun σύντηξη · συντήξεις · σύντηξης · συντήξεων

  1. επιστημονικός όρος η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντήκω ※ Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)

Opposite: σχάση

Thesaurus

noun

Opposite: σχάση

Talk about this word

Cite this
MLA

"σύντηξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύντηξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BE%CE%B7

Chicago

"σύντηξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύντηξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}