σύρμα
Ελληνικά
AI En palabras sencillas
Escribiendo una explicación breve…
Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.
σύρμα¹
- ˈsiɾ.ma
De dónde viene
σύρμα < αρχαία ελληνική σύρμα < σύρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tuer (αναδεύω, ανακατεύω)
sustantivo σύρμα · σύρματα · σύρματος · συρμάτων
- εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές δεκάδες εκατομμυριοστά του μέτρου, και πάμπολλες φορές μεγαλύτερο μήκος. Συνήθως η βάση για τα απαιτούμενα κράματα είναι σίδηρος ή χαλκός, αλλά και άλλα κράματα με υψηλή ελατότητα. Η ασκηση δύναμης πέραν του ορίου κάμψης του, του επιφέρει πλαστικές (μόνιμες) παραμορφώσεις.
- λέξη-κλειδί ώστε να διακοπεί δράση που απαιτεί υψηλό βαθμό εχεμύθειας, συνήθως λόγω εμφάνισης ενός ατόμου που δεν πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω δράση
- παραθαλάσσια σπηλιά ή οίκημα, όπου σύρουν τις βάρκες τον χειμώνα για προστασία από τις καιρικές συνθήκες
Σύρμα²
De dónde viene
Σύρμα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Σύρμας
nombre propio Σύρμα · Syrma
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Σύρμας)
En inglés
- wire thin thread of metal
- brillo pad scouring pad containing soap
Conversar sobre esta palabra "σύρμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σύρμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1 "σύρμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {σύρμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}