σύρμα

Ελληνικά

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

σύρμα¹

  • ˈsiɾ.ma

De dónde viene

σύρμα < αρχαία ελληνική σύρμα < σύρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tuer (αναδεύω, ανακατεύω)

sustantivo σύρμα · σύρματα · σύρματος · συρμάτων

  1. εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές δεκάδες εκατομμυριοστά του μέτρου, και πάμπολλες φορές μεγαλύτερο μήκος. Συνήθως η βάση για τα απαιτούμενα κράματα είναι σίδηρος ή χαλκός, αλλά και άλλα κράματα με υψηλή ελατότητα. Η ασκηση δύναμης πέραν του ορίου κάμψης του, του επιφέρει πλαστικές (μόνιμες) παραμορφώσεις.
  2. figuratively, μεταφορικά λέξη-κλειδί ώστε να διακοπεί δράση που απαιτεί υψηλό βαθμό εχεμύθειας, συνήθως λόγω εμφάνισης ενός ατόμου που δεν πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω δράση
  3. στις Κυκλάδες παραθαλάσσια σπηλιά ή οίκημα, όπου σύρουν τις βάρκες τον χειμώνα για προστασία από τις καιρικές συνθήκες

Σύρμα²

De dónde viene

Σύρμα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Σύρμας

nombre propio Σύρμα · Syrma

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Σύρμας)

En inglés

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"σύρμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύρμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1

Chicago

"σύρμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύρμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}