σώζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σώζω
- ˈso.zo
Where it comes from
σώζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῴζω. Συγκρίνετε με το σώνω.
:* για τη σημασία στην πληροφορική: < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική save
verb σώζω · σώσω · έσωσα · σώζομαι · σωζόμενος · σώθηκα
- αποτρέπω ή αποφεύγω μία άσχημη εξέλιξη, μια καταστροφή, ένα ατύχημα Η έγκαιρη επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων έσωσε το χωριό από την πυρκαγιά.
-
διατηρώ
Σώζονται πολλά κείμενα από την αρχαία ελληνική γραμματεία.
Similar: διασώζω
- αποθηκεύω αρχείο στον υπολογιστή
In English
Talk about this word "σώζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. σώζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%B6%CF%89 "σώζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σώζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}