σώμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σώμα

  • ˈso.ma

Where it comes from

σώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῶμα

noun σώμα · σώματα · σώματος · σωμάτων

  1. οργανισμός
  2. κορμός
  3. επιδερμίδα
  4. η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή ※ Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  5. υλικό αντικείμενο
  6. οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνέρχονται με συγκεκριμένο σκοπό
  7. ευρύτερος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, ο οποίος καλύπτει μια γεωγραφική περιοχή. Περιλαμβάνει μικρότερες αυτοτελείς μονάδες και σχηματισμούς, όπως μεραρχίες, ταξιαρχίες, συντάγματα και τάγματα. σώμα στρατού
  8. δημόσια δύναμη με σκοπό τη φύλαξη, την πρόληψη και την καταστολή της βίας ή φυσικών καταστροφών. τα σώματα ασφαλείας, το σώμα της Πυροσβεστικής
  9. προγραμματισμός ο κώδικας, οι εντολές που περιέχονται σε μία σύνθετη δομή προγραμματισμού, όπως σε μία υποθετική εντολή (πχ. εντολή if), σε έναν βρόχο (πχ. εντολή while), σε μιά συνάρτηση ή μέθοδο (βλ. σώμα συνάρτησης), σε μιά κλάση, κλπ. Στον βρόχο: while ( <συνθήκη> ) { ... <σώμα> ... }, η δήλωση while ( <συνθήκη> ), λέγεται επικεφαλίδα και οι περιεχόμενες εντολές στις αγκύλες σώμα

In English

  • force group that aims to attack, control, or constrain
  • body physical structure of a human or animal
  • field mathematics (algebra): a commutative ring satisfying the field axioms
  • corpus linguistics: collection of writings
  • corps group of people

Talk about this word

Cite this
MLA

"σώμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σώμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%BC%CE%B1

Chicago

"σώμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σώμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8E%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}