τάβλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τάβλα

  • ˈta.vla

Where it comes from

τάβλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τάβλα (όπως στη σημασία: τραπέζι για ζάρια) < λατινική tabula

:* Η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική.

noun τάβλα · τάβλες · τάβλας · ταβλών

  1. σανίδα (σχετικά χοντρή) ※ Απάνω στο εικονοστάσι, είναι βαλμένο, στη μέση ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένιο χέρι μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της Αγίας Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα. (Μενέλαος
  2. Demotic, δημοτική τραπέζι (σχετικά χαμηλό και στενόμακρο) Τα δημοτικά τραγούδια της τάβλας τραγουδιούνταν από την παρέα στο τραπέζι, την ώρα του φαγητού.

adverb τάβλα · τάβλες · τάβλας · ταβλών

  1. idiomatic, ιδιωματικό πολύ, τελείως

In English

  • table flat tray that can be used as a table

Talk about this word

Cite this
MLA

"τάβλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τάβλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B1

Chicago

"τάβλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τάβλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}