τάβλι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τάβλι
Where it comes from
τάβλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τάβλι < ταβλίζω (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή τάβλα < λατινική tabula
noun τάβλι · τάβλια · ταβλιού · ταβλιών
- επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο παίκτες που παίζεται με δύο ζάρια και 15 πούλια για τον κάθε παίκτη καθώς και ο δίφυλλος (ξύλινος) άβακας στον οποίο παίζεται το παιχνίδι ※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και
In English
- backgammon board game
Talk about this word "τάβλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. τάβλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B9 "τάβλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τάβλι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}