τάγμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τάγμα

Where it comes from

τάγμα < αρχαία ελληνική τάγμα

noun τάγμα · τάγματα · τάγματος · ταγμάτων

  1. μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη και αριθμεί περίπου 300 άνδρες
  2. σύνολο ατόμων που ζούσαν σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
  3. κοινότητα μοναχών της καθολικής εκκλησίας που είχαν αυστηρούς κανόνες διαβίωσης
  4. τίτλος τιμητικών διακρίσεων και αριστείων καθώς και το σύνολο αυτών που τα έχουν λάβει Τάγμα του Γεωργίου Α'

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τάγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τάγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"τάγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τάγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}