τάγμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τάγμα
Where it comes from
τάγμα < αρχαία ελληνική τάγμα
noun τάγμα · τάγματα · τάγματος · ταγμάτων
- μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη και αριθμεί περίπου 300 άνδρες
- σύνολο ατόμων που ζούσαν σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
- κοινότητα μοναχών της καθολικής εκκλησίας που είχαν αυστηρούς κανόνες διαβίωσης
- τίτλος τιμητικών διακρίσεων και αριστείων καθώς και το σύνολο αυτών που τα έχουν λάβει Τάγμα του Γεωργίου Α'
In English
Talk about this word "τάγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. τάγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1 "τάγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τάγμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}