τάκος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τάκος¹
- ˈta.kos
Where it comes from
τάκος < (άμεσο δάνειο) βενετική taco + -ς (ιταλικά tacco ξύλινιο στήριγμα) < βενετική tacone / ιταλική taccone < άγνωστης ετυμολογίας παρ' όλο που «εμφανίζεται σε ρομανικές γλώσσες»
noun τάκος · τάκοι · τάκου · τάκων · τάκο · τάκους
- για να είναι πιο στέρεο το κάρφωμα σε τοίχο
- κατασκευή με επικλινή πλευρά για την ακινητοποίηση μεγάλου αντικειμένου Βάζουμε τάκους στους τροχούς, για να μη φύγει το αυτοκίνητο.
- η αναφορά βγάζω στον τάκο (βγάζω στην αναφορά)
- κομμάτι από ξερό ψωμί
- η όμορφη γυναίκα
- ηλίθιος άνθρωπος
- μεγάλο κομμάτι χασίς
Τάκος²
Where it comes from
Τάκος < + -άκος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Τάκος · Τάκοι · Τάκου · Τάκων · Τάκο · Τάκους
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "τάκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. τάκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82 "τάκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τάκος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}