τάκος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τάκος¹

  • ˈta.kos

Where it comes from

τάκος < (άμεσο δάνειο) βενετική taco + -ς (ιταλικά tacco ξύλινιο στήριγμα) < βενετική tacone / ιταλική taccone < άγνωστης ετυμολογίας παρ' όλο που «εμφανίζεται σε ρομανικές γλώσσες»

noun τάκος · τάκοι · τάκου · τάκων · τάκο · τάκους

  1. για να είναι πιο στέρεο το κάρφωμα σε τοίχο
  2. κατασκευή με επικλινή πλευρά για την ακινητοποίηση μεγάλου αντικειμένου Βάζουμε τάκους στους τροχούς, για να μη φύγει το αυτοκίνητο.
  3. familiar, στρατιωτικός όρος, προφορικό η αναφορά βγάζω στον τάκο (βγάζω στην αναφορά)
  4. κομμάτι από ξερό ψωμί
  5. figuratively, μεταφορικά η όμορφη γυναίκα
  6. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό ηλίθιος άνθρωπος
  7. slang, αργκό μεγάλο κομμάτι χασίς

Τάκος²

Where it comes from

Τάκος < + -άκος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Τάκος · Τάκοι · Τάκου · Τάκων · Τάκο · Τάκους

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"τάκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τάκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"τάκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τάκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}