τάλαντο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τάλαντο
- ˈta.la(n).do
Where it comes from
τάλαντο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τάλαντον (ισορροπία, ζυγός, μονάδα βάρους) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tl̥h₂ent- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *telh₂-. Ζεύγος: ταλέντο.
noun τάλαντο · τάλαντα · ταλάντου · τάλαντου · ταλάντων
- μονάδα βάρους κατά την αρχαιότητα, καθώς και το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε χρυσό ή ασήμι αυτού του βάρους (το ακριβές βάρος διέφερε ανάλογα με την εποχή και την περιοχή)
- η έμφυτη ικανότητα, το ταλέντο, το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συχνά ήδη από τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής τους με αυτόν ≈ συνώνυμα: ταλέντο
In English
- talent marked ability or skill
Talk about this word "τάλαντο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. τάλαντο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF "τάλαντο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τάλαντο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}