τάξη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τάξη¹
- ˈta.ksi
Where it comes from
τάξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τά(ξις) + -ξη < τάττω
:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική classe ή από την αγγλική class
:* για την ταξινομική βαθμίδα < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική ordo
noun τάξη · τάξεις · τάξης · τάξεων
- η κατάσταση κατά την οποία κάθε τι είναι τακτοποιημένο στη θέση του
- η κατάσταση που προκύπτει από την τήρηση των κανόνων και των νόμων υπουργείο δημοσίας τάξεως
- υποδιαίρεση ενός συνόλου
- αξιολογική κατηγορία Αυτό το κρασί είναι πρώτης τάξεως.
- το σύνολο των μαθητών ενός σχολείου που παρακολουθούν τα ίδια μαθήματα Η Α΄ τάξη έχει αυτήν την ώρα Γυμναστική.
- η σχολική αίθουσα
- υποδιαίρεση του κοινωνικού σώματος με κριτήριο την κοινωνική θέση, το επάγγελμα, το εισόδημα ή τη σχέση προς τα μέσα παραγωγής κοινωνικές τάξεις, επαγγελματικές τάξεις, παραγωγικές τάξεις
- υποδιαίρεση ταξινομικής βαθμίδας ανώτερη από την οικογένεια και χαμηλότερη από την ομοταξία Οι ομοταξίες διαιρούνται σε τάξεις και οι τάξεις σε οικογένειες.
-
το πλήθος των παραμέτρων μιάς συνάρτησης (ή κατηγορήματος) ή το πλήθος των τελεστέων μιάς πράξης
Similar: βαθμός
Τάξη²
Where it comes from
Τάξη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τάξη · Taxi
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "τάξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. τάξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B7 "τάξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τάξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}