τάπα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τάπα¹
Where it comes from
τάπα < → λείπει η ετυμολογία
noun τάπα · τάπες · τάπας
- το πώμα
- στο μπάσκετ: η ενέργεια όπου ένας παίκτης, συνήθως αμυντικός, σταματά στον αέρα την προσπάθεια αντιπάλου κατά την οποία έχει σουτάρει προς το καλάθι και η μπάλα βρίσκεται σε ανοδική τροχιά προς αυτό
- η αποστομωτική απάντηση
- ο χαρακτηρισμός για πολύ κοντό άνθρωπο ※ […] με αποτέλεσμα να μείνω, όπως κι οι περισσότεροι συνομήλικοί μου, κοντός σαν τάπα.
Τάπα²
Where it comes from
Τάπα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τάπα · Tapa
- γυναικείο επώνυμο
Talk about this word "τάπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. τάπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B1 "τάπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τάπα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}