믹윈

τάπητας

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

τάπητας

  • ˈta.pi.tas

어원

τάπητας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τάπης από την αιτιατική ενικού «τὸν τάπητα», σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tapis, για το οποίο, δείτε ταπί και το αντιδάνειο ταπετσάρω.

명사 τάπητας · τάπητες · τάπητα · ταπήτων

  1. μάλλινο χαλί για το στρώσιμο του δαπέδου ή των τοιχών

    비슷한 말: καρπέτα, καρπέτο, μοκέτα, στρωσίδι, χαλί

영어로

  • carpet a fabric used as a floor covering

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"τάπητας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τάπητας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82

Chicago

"τάπητας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τάπητας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}