τάρταρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τάρταρα¹

Where it comes from

τάρταρα < αρχαία ελληνική Τάρταρα, πληθυντικός του ετερόκλιτου αρσενικού Τάρταρος

noun τάρταρος · τάρταρα · ταρτάρου · ταρτάρων · τάρταρο

  1. ελληνική μυθολογία ο κάτω κόσμος, ο τόπος του Άδη (κατά την ελληνική μυθολογία)
  2. θρησκεία ο τόπος τιμωρίας των ψυχών στον Κάτω Κόσμο (κατά υιοθεσία του όρου και ερμηνεία από τις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες)
  3. figuratively, μεταφορικά η κατάσταση στην οποία κάποιος βασανίζεται ψυχικά

Τάρταρα²

Where it comes from

Τάρταρα < τάρταρα

proper noun Τάρταρα · Τάρταρος · Ταρτάρου · Ταρτάρων · Τάρταρο

  1. πληθυντικός αριθμός του Τάρταρος (γένους αρσενικού)

proper noun Τάρταρα · Tartara

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τάρταρας

proper noun Τάρταρα

  1. accusative, genitive, singular, vocative γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τάρταρας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τάρταρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τάρταρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1

Chicago

"τάρταρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τάρταρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}