τάφος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τάφος
- ˈta.fos
Where it comes from
τάφος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τάφος
noun τάφος · τάφοι · τάφου · τάφων · τάφο · τάφους
- o τόπος όπου θάβεται ο νεκρός ※ Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κ
- ταφικό μνημείο ※ Νοτιότερα του ηγεμονικού τάφου 5, στην κατώτερη σειρά των τάφων, εντοπίστηκε ο θαλαμωτός τάφος 6, μετά την κατάρρευση καμένου δένδρου, που είχε φυτρώσει επάνω από τον ταφικό θάλαμο (Αρχαιολογικόν Δελτίον Χρονικά, μέρος Β, τόμος 64, τεύχος 1, 2009, σελ. 380)
- άνθρωπος απόλυτα εχέμυθος
- ο θάνατος, το τέλος
In English
Talk about this word "τάφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. τάφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82 "τάφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τάφος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}