τάχα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τάχα¹

Where it comes from

τάχα < αρχαία ελληνική τάχα

adverb τάχα

  1. σε ερωτήσεις άραγε (εκφράζει απορία) ※ Έρωτας τάχα να ’ν’ αυτό / που έτσι με κάνει να ποθώ / τη συντροφιά σου… (από ποίημα της Μυρτιώτισσας)
  2. δήθεν (για κάτι που το θεωρούμε προσποιητό, υποκριτικό, αναληθές) Έλειπε χτες από τη δουλειά. Ήτανε λέει τάχα άρρωστος.

Τάχα²

Where it comes from

Τάχα < γενική ενικού του αρσενικού Τάχας

proper noun Τάχα · Taha · Tacha

  1. rare, σπάνιο γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τάχας

proper noun Τάχα

  1. θρησκεία, Ισλάμ το εικοστό κεφάλαιο (σούρα) του Κορανίου (Τα Χα) ※ (20) Σούρα Τάχα. (Το Τάχα - Συμβολικά γράμματα Τ.Χ.)
  2. αραβικό ανδρικό όνομα Ταχά
  3. αραβικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) Ταχά

proper noun Τάχα

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τάχας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τάχα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%87%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τάχα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%87%CE%B1

Chicago

"τάχα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%87%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τάχα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CF%87%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}