τέμπλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τέμπλο
- ˈtemˈblo
Sounds like τέμπλα
Where it comes from
τέμπλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τέμπλον < λατινική templum
noun τέμπλο · τέμπλα · τέμπλου · τέμπλων
- το προσκυνητάριο / εικονοστάσιο που στους ναούς των Ανατολικών Χριστιανικών Εκκλησιών διαχωρίζει το ιερό (βήμα) από τον υπόλοιπο ναό ※ Όταν η μονή μετατράπηκε σε κοινόβιο, οι τρεις μεγάλες κοσμούσαν τις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου και οι τέσσερις μικρότερες τα προσκυνητάρια. Οι ποδέες χρησιμοποιούνταν τρεις φορές ετησίως, κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Αγίας Ζώνης και το Πάσχα (Νικόλαος Μερτιμέκης, «.Ποδίαις
Talk about this word "τέμπλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. τέμπλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF "τέμπλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τέμπλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}