τέντα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τέντα¹
Where it comes from
τέντα < ιταλική tenda < λατινική tenda (σκηνή)
noun τέντα · τέντες · τέντας · τεντών
- κομμάτι, συνήθως από ειδικό ύφασμα ή πλαστικό, μαζί με έναν ειδικό μηχανισμό, για να ανοίγει και να κλείνει, που τοποθετείται μπροστά από ανοίγματα ή πάνω από χώρους ξεκούρασης και χρησιμοποιείται για προστασία από τον ήλιο ή και την βροχή
- ύφασμα ή πλαστικό που περιβάλλει και προστατεύει την καρότσα σε φορτηγά αυτοκίνητα
adverb τέντα · τέντες · τέντας · τεντών
- ορθάνοιχτα
Τέντα²
Where it comes from
Τέντα < γενική ενικού του αρσενικού Τέντας
proper noun Τέντα · Τέντας · Tenta
- γυναικείο επώνυμο
In English
- awning a rooflike cover
Talk about this word "τέντα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. τέντα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1 "τέντα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τέντα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}