τέρας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τέρας

Where it comes from

τέρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τέρας

:* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική monstre

noun τέρας · τέρατα · τέρατος · τεράτων

  1. ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση
  2. φανταστικό ζώο που δεν υπάρχει και είναι μεγάλο και τρομακτικό
  3. figuratively, μεταφορικά σε ασχήμια
  4. figuratively, μεταφορικά σε κακία ※ Τον καλό μας τον Κέρβερο ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον φτάνουν κάτι άλλοι Κέρβεροι, σύγχρονοι, κοστουμάτοι και αξιωματούχοι που ενώ δουλειά τους είναι η προστασία της κοινωνίας, καταλήγουν να φυλάνε τα ίδια τέρατα από τα οποία κινδυνεύουμε (Κέρβεροι που προστατεύουν τέρατα, arcadiaportal.gr
  5. figuratively, μεταφορικά σε ικανότητα είναι τέρας ευφυΐας
  6. figuratively, μεταφορικά αντικείμενο πάρα πολύ μεγάλο και άσχημο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τέρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τέρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"τέρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τέρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}