τέσλα
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
τέσλα¹
Από πού έρχεται
τέσλα < (λόγιο δάνειο) αγγλική tesla από το όνομα του σέρβου εφευρέτη Νίκολα Τέσλα (N. Tesla)
ουσιαστικό τέσλα
- {φυσική, μονάδα μέτρησης) μονάδα μαγνητικής επαγωγής καθώς και μονάδα πυκνότητας μαγνητικής δέσμης στο διεθνές μετρικό σύστημα ένα τέσλα ισούται με ένα βέμπερ ανά τετραγωνικό μέτρο, αντίστοιχο με 10.000 γκάους
Τέσλα²
Από πού έρχεται
Τέσλα < → λείπει η ετυμολογία
κύριο όνομα Τέσλα · Tesla
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Στα αγγλικά
- tesla Unit of measurement of magnetic flux density
Συζήτησε αυτή τη λέξη "τέσλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%83%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. τέσλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%83%CE%BB%CE%B1 "τέσλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%83%CE%BB%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {τέσλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AD%CF%83%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}