τίγρη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τίγρη¹
Where it comes from
τίγρη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τίγρις (θηλυκό), γενική: τίγρεως < αρχαία ελληνική τίγρις (αρσενικό ή θηλυκό, συχνότερα θηλυκό)
noun τίγρη · τίγρεις · τίγρης · τίγρεων
- σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών. Διακρίνεται από την έντονη καφεκίτρινη απόχρωση του δέρματος του με τις κάθετες προς τον κορμό του μαύρες ραβδώσεις.
- ο ευκίνητος, δυναμικός κι ορμητικός άνθρωπος
Similar: καπλάνι
Τίγρη²
Where it comes from
Τίγρη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τίγρη · Tigri
- γυναικείο επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: καπλάνι
In English
Talk about this word "τίγρη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. τίγρη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B7 "τίγρη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τίγρη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}