τίλιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τίλιο

  • ˈti.ʎo

Where it comes from

τίλιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική tiglio (αφέψημα φλαμουριού) < λατινική tilia (φλαμουριά, φιλύρα)

noun τίλιο · τίλια · τίλιου · τίλιων

  1. βότανο αποξηραμένα φύλλα φλαμουριάς που χρησιμοποιούνται σαν βότανο
  2. ποτό το ρόφημα που γίνεται από αυτά τα φύλλα ※ Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρν

Talk about this word

Cite this
MLA

"τίλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τίλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BF

Chicago

"τίλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τίλιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}