τίμημα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τίμημα

Where it comes from

τίμημα < αρχαία ελληνική τίμημα < τιμώμαι

noun τίμημα · τιμήματα · τιμήματος · τιμημάτων

  1. το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να αγοράσει ή να κατασκευάσει κάτι, το κόστος, η τιμή ΔΕΗ: Εως 43,4 εκατ. ευρώ το τίμημα για τα έξι αιολικά πάρκα (Εφημερίδα ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, 7 Σεπτεμβρίου 2010)
  2. figuratively, μεταφορικά οτιδήποτε πρέπει να προσφέρει κάποιος για να αποκτήσει ένα αγαθό, οι προσωπικές θυσίες που πρέπει να υποστεί, το κόστος αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην επιστήμη με τίμημα την απομάκρυνση από τις χαρές της κοινωνικής ζωής

In English

  • cost amount of money required or used
  • price cost of an action or deed
  • forfeit penalty

Talk about this word

Cite this
MLA

"τίμημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τίμημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"τίμημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τίμημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}