ميكوين

τακτική

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

τακτική

  • ta.ktiˈci

من أين أتت

τακτική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τακτική, θηλυκό του τακτικός < τάσσω (& σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tactique)

اسم τακτική · τακτικές · τακτικής · τακτικών

  1. συντονισμένες (και προσχεδιασμένες) ενέργειες που αποσκοπούν στην επίτευξη κάποιου στόχου ※ Αυτός ήταν μαξιμαλιστής: ενώ η διαφωνία περί τακτικής είχε επικεντρωθεί στο πότε και πώς θα γινόταν κατάληψη του πανεπιστημίου, εκείνος δήλωσε ουρλιάζοντας ότι αυτή ήταν ημίμετρο, μόνο για «δειλούς» (sissies) ή «λακέδες» (lackeys) του Συστήματος. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσω
  2. στρατιωτικός όρος συντονισμένες κινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων, ελιγμοί και μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σε μια μάχη

صفة τακτική · τακτικές · τακτικής · τακτικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τακτικός

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"τακτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τακτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"τακτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τακτική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}