ταλαντεύομαι
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
ταλαντεύομαι
- ta.la(n)ˈde.vo.me
由来
ταλαντεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταλαντεύομαι.
動詞 ταλαντεύομαι · ταλαντευόμενος · ταλαντεύτηκα · ταλαντευμένος · ταλαντευόμουν
- παθητική φωνή του ρήματος ταλαντεύω
- υφίσταμαι ταλάντωση ※ Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτ
- δεν μπορώ να καταλήξω σε απόφαση, είμαι αναποφάσιστος και δυσκολεύομαι να επιλέξω ≈ συνώνυμα: αμφιρρέπω, αμφιταλαντεύομαι, διχάζομαι
英語で
この単語について話す "ταλαντεύομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ταλαντεύομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "ταλαντεύομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {ταλαντεύομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}