ταμίας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταμίας¹
- taˈmi.as
Sounds like τομίας
Where it comes from
ταμίας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταμίας (θησαυροφύλακας) < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- (κόβω) Η αρχική σημασία ήταν «αυτός που κόβει (τέμνει) και μοιράζει» και χρησιμοποιήθηκε για το Δία, τους βασιλιάδες, τους αξιωματούχους που μοίραζαν τροφή.
noun ταμίας · ταμίες · ταμία · ταμιών
- το πρόσωπο που κρατά ή διευθύνει το ταμείο, διενεργώντας εισπράξεις και πληρωμές ※ Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρο
- ο έμμισθος υπάλληλος που ασχολείται με την οικονομική διαχείριση μιας εταιρείας, ενός οργανισμού, ενός ιδρύματος
Ταμίας²
Where it comes from
Ταμίας < ταμίας
proper noun Ταμίας · Ταμίες · Τάμιαίοι · Ταμία · —Τάμιαίων
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ταμίας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ταμίας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%82 "ταμίας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταμίας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}