ταμείο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταμείο
- taˈmi.o
Where it comes from
ταμείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταμεῖον < αρχαία ελληνική ταμιεῖον < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (κόβω)
noun ταμείο · ταμεία · ταμείου · ταμείων
- συρτάρι ή κουτί (με ειδική διαρρύθμιση), όπου φυλάγονται τα χρήματα από τις εισπράξεις
- τα χρήματα που υπάρχουν στο ταμείο ή που φυλάσσει ο ταμίας Το 'σκασε με το ταμείο· έκαναν φτερά όλα τα λεφτά, μέχρι την τελευταία δεκάρα.
- ειδικό γκισέ, θυρίδα ή γραφείο, όπου γίνονται οικονομικές συναλλαγές
- δημόσια υπηρεσία που έχει σαν αρμοδιότητα την είσπραξη χρημάτων
- οργανισμός ασφάλισης εργαζομένων
- άνθρωπος ή οργανισμός που μαζεύει κάτι υλικό ή πνευματικό, που αποθησαυρίζει
In English
- fund organization
- checkout supermarket checkout position
- coffer supply or store of money
- box office ticket office
- cash desk place with a cash register
Talk about this word "ταμείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. ταμείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF "ταμείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταμείο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}