ταμείο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταμείο

  • taˈmi.o

Where it comes from

ταμείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταμεῖον < αρχαία ελληνική ταμιεῖον < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (κόβω)

noun ταμείο · ταμεία · ταμείου · ταμείων

  1. συρτάρι ή κουτί (με ειδική διαρρύθμιση), όπου φυλάγονται τα χρήματα από τις εισπράξεις
  2. figuratively, συνεκδοχικά τα χρήματα που υπάρχουν στο ταμείο ή που φυλάσσει ο ταμίας Το 'σκασε με το ταμείο· έκαναν φτερά όλα τα λεφτά, μέχρι την τελευταία δεκάρα.
  3. ειδικό γκισέ, θυρίδα ή γραφείο, όπου γίνονται οικονομικές συναλλαγές
  4. δημόσια υπηρεσία που έχει σαν αρμοδιότητα την είσπραξη χρημάτων
  5. οικονομία οργανισμός ασφάλισης εργαζομένων
  6. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος ή οργανισμός που μαζεύει κάτι υλικό ή πνευματικό, που αποθησαυρίζει

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταμείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ταμείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"ταμείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταμείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}