ταμιευτήριο
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
ταμιευτήριο
- ta.mi.eˈfri.ɾi.o
Από πού έρχεται
ταμιευτήριο < ελληνιστική κοινή ταμιευτήριον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική caisse d'épargne. Μορφολογικά αναλύεται σε ταμιεύ(ω) + -τήριο.
ουσιαστικό ταμιευτήριο · ταμιευτήρια · ταμιευτηρίου · ταμιευτήριου · ταμιευτηρίων
- τράπεζα όπου οι καταθέσεις επενδύονται στο δημόσιο
Στα αγγλικά
- savings bank financial institution
Συζήτησε αυτή τη λέξη "ταμιευτήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. ταμιευτήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF "ταμιευτήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {ταμιευτήριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}