ταμπακιέρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταμπακιέρα
- ta.baˈce.ɾa
Where it comes from
ταμπακιέρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική tabacchiera (tabacco: καπνός) < παλαιά γαλλική tabaquière. Αναλύεται μορφολογικά σε ταμπάκ(ος) + -ιέρα
noun ταμπακιέρα · ταμπακιέρες · ταμπακιέρας
- μικρή μεταλλική ή δερμάτινη θήκη για τσιγάρα, τσιγαροθήκη ※ Η Αννέτε έβγαλε μια ταμπακιέρα από την κωλότσεπη. Έφερε στα χείλη της ένα τσιγάρο χωρίς να το ανάψει. (Αμάντα Μιχαλοπούλου, Πώς να κρυφτείς, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- σακουλάκι ή τσιγαροθήκη για την εύχρηστη μεταφορά καπνού
- το κυρίως θέμα, το πιο ουσιώδες σε μια συζήτηση Είπαμε για όλα τα άλλα αλλά για την ταμπακιέρα τίποτε.
- θήκη για βίδες, καρφιά κ.λπ., είτε ξεχωριστή είτε ως μέρος εργαλειοθήκης^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Similar: καπνοθήκη, ταμπακοθήκη
Thesaurus
noun
Similar: καπνοθήκη, ταμπακοθήκη
In English
- snuffbox small box
- cigarette case small flat case
Talk about this word "ταμπακιέρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ταμπακιέρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1 "ταμπακιέρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταμπακιέρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}