ταμπόν
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταμπόν
- taˈbon
Where it comes from
ταμπόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική tampon < μέση γαλλική tampion < tapon < παλαιά γαλλική tape < φραγκική *tappo < πρωτογερμανική *tappô
noun ταμπόν
- βύσμα, τάπα
- κουτί με μαλακό περιεχόμενο στο οποίο βάζουμε μελάνι για τις σφραγίδες
- ειδική γάζα για τον περιορισμό ή το σταμάτημα της ροής του αίματος
- είδος κυλινδρικής σερβιέτας ※ Με την ευκαιρία αγοράζει ένα κουτί ταμπόν που θα χρειαστεί σίγουρα μέχρι το βράδυ , αν ερμηνεύει σωστά το σφίξιμο στην κοιλιά της (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Ίσως την επόμενη φορά, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
In English
Talk about this word "ταμπόν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. ταμπόν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD "ταμπόν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταμπόν},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}