ταξίαρχος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταξίαρχος¹

Where it comes from

ταξίαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταξίαρχος (διοικητής στρατιωτικού σώματος) < (< τάξις) + -αρχος άρχω

noun ταξίαρχος · ταξίαρχοι · ταξίαρχου · ταξιάρχου · ταξίαρχων · ταξιάρχων

  1. ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του συνταγματάρχη και κατώτερο του υποστράτηγου. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.
  2. ανώτατος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας με βαθμό ανώτερο του σμηνάρχου και κατώτερο του υποπτεράρχου. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.
  3. βαθμός αστυνομίας ανώτατος αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό ανώτερο του αστυνομικού διευθυντή και κατώτερο του υποστράτηγου αστυνομίας. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.

Ταξίαρχος²

Where it comes from

Ταξίαρχος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ταξίαρχος · Ταξιάρχου · Taxiarchos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταξίαρχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ταξίαρχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"ταξίαρχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταξίαρχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}