ταξιδεύω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταξιδεύω
- ta.ksiˈðe.vo
Where it comes from
ταξιδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταξιδεύω < ταξίδ(ι) + -εύω
verb ταξιδεύω · ταξίδεψα · ταξιδεμένος
- πηγαίνω κάπου με αυτοκίνητο, πλοίο, αεροπλάνο, τρένο κ.λπ. στις διακοπές ταξίδεψα στην Ελβετία
- εργάζομαι ως ναυτικός ταξίδευε όλη του τη ζωή
- κάνω δρομολόγιο το πλοίο θα ταξιδέψει στην άγονη γραμμή
- αφαιρούμαι, χάνομαι στις σκέψεις μου, ονειροπολώ πού ταξιδεύεις; δε με προσέχεις καθόλου
- κάνω κάποιον να μεταφέρει τη σκέψη του αλλού το νέο της μυθιστόρημα μας ταξιδεύει σε μια μεσαιωνική πολή
In English
Talk about this word "ταξιδεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ταξιδεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89 "ταξιδεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταξιδεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}