ταράζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταράζω

  • taˈɾa.zo

Where it comes from

ταράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταράζω < αρχαία ελληνική ταράσσω ταραξ-, και κατά το σχήμα έκραξα - κράζω

verb ταράζω · τάραξα · ταράζομαι · ταράχτηκα · ταραγμένος

  1. προκαλώ ταραχή ή αναταραχή ※ Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το
  2. familiar, οικείο ταλαιπωρώ

Similar: τρεμοχτυπάω

Thesaurus

verb

Similar: τρεμοχτυπάω

In English

  • fluster to throw (someone) into a state of confusion or panic — see also befuddle, confu

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ταράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"ταράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταράζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}