ταραξίας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταραξίας

Where it comes from

ταραξίας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταραξίας (αρσενικό) < (ταράσσω) ταραξ- + -ίας

noun ταραξίας · ταραξίες · ταραξία · ταραξιών

  1. που προκαλεί φασαρίες ※ ἄνδρες ὠφελιμότατοι εἰς τήν πολιτείαν, ἢ μεταβάλλονται εἰς παπαγάλους καί βαθμοθήρας ἤ, βλέποντες, ὅτι χωρίς καμμίαν σημαντικὴν προσπάθειαν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθοῦν εἰς τὴν ἄλλην τάξιν, περιπίπτουν εἰς τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν ἢ καθίστανται ἐπαναστάται καὶ ταραξίαι (Κυπριακά Χρονικά, τόμο

    Similar: ταραχοποιός

In English

  • hooligan person that causes trouble or violence

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταραξίας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ταραξίας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82

Chicago

"ταραξίας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταραξίας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}