ταυ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταυ
- taf
Where it comes from
ταυ < αρχαία ελληνική ταῦ
noun ταυ
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (Ν.Ελληνικής)
- ο αριθμός 300 αν έχει τον τόνο δεξιά (Τ'), 300.000 αν τον έχει αριστερά ('Τ). Χωρίς τόνο, εννοείται ο αριθμός 19
-
είδος φορητού παραλληλογράφου, εργαλείο σχεδιασμού που χρησιμοποιείται στο γραμμικό σχέδιο για το σχεδιασμό παραλλήλων και έχει σχήμα αντίστοιχο του κεφαλαίου ταυ (1) με κινητό ή σταθερό το ένα τμήμα του
Similar: ἡμισταυροῦχος
- ειδική υποδοχή για να συνδεθούν δύο και περισσότερα φις (ρευματολήπτες) σε μία πρίζα
- εξάρτημα με τρεις υποδοχές που χρησιμεύει για να δημιουργηθεί διακλάδωση σε σωλήνα
- τακτική στη ναυμαχία με στρατηγική να παρασύρει τον εχθρό στην ουρά του Τ
- εργαλείο καθαρισμού τζαμιών / πατωμάτων (ρακλέτα)
Similar: ταφ
Thesaurus
noun
Similar: ταφ
In English
Talk about this word "ταυ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85. Accessed 6 Nov. 2026. ταυ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85 "ταυ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταυ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85},
urldate = {2026-11-06}
}