ταυ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταυ

  • taf

Where it comes from

ταυ < αρχαία ελληνική ταῦ

noun ταυ

  1. Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (Ν.Ελληνικής)
  2. ο αριθμός 300 αν έχει τον τόνο δεξιά (Τ'), 300.000 αν τον έχει αριστερά ('Τ). Χωρίς τόνο, εννοείται ο αριθμός 19
  3. είδος φορητού παραλληλογράφου, εργαλείο σχεδιασμού που χρησιμοποιείται στο γραμμικό σχέδιο για το σχεδιασμό παραλλήλων και έχει σχήμα αντίστοιχο του κεφαλαίου ταυ (1) με κινητό ή σταθερό το ένα τμήμα του

    Similar: ἡμισταυροῦχος

  4. ειδική υποδοχή για να συνδεθούν δύο και περισσότερα φις (ρευματολήπτες) σε μία πρίζα
  5. εξάρτημα με τρεις υποδοχές που χρησιμεύει για να δημιουργηθεί διακλάδωση σε σωλήνα
  6. τακτική στη ναυμαχία με στρατηγική να παρασύρει τον εχθρό στην ουρά του Τ
  7. εργαλείο καθαρισμού τζαμιών / πατωμάτων (ρακλέτα)

Similar: ταφ

Thesaurus

noun

Similar: ταφ

In English

  • tau the letter Τ / τ in the Greek alphabet
  • T-square rule with a short perpendicular crosspiece at one end

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταυ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ταυ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85

Chicago

"ταυ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταυ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85},
  urldate = {2026-11-06}
}