ταυτοποίηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταυτοποίηση
Where it comes from
ταυτοποίηση < ταυτοποιώ + -ση
noun ταυτοποίηση · ταυτοποιήσεις · ταυτοποίησης · ταυτοποιήσεων
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταυτοποιώ ※ Οι ανωνυμοποιημένες πληροφορίες, δηλαδή εκείνες που φέρουν μόνο αριθμό ταυτοποίησης και δεν συνδέονται με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, θα αποθηκεύονται σε κεντρική μηχανογραφημένη βάση δεδομένων που προστατεύεται με εξατομικευμένο και εμπιστευτικό χρηστώνυμο και κωδικό πρόσβασης. (SQUEEZE Παράρτ
In English
- authentication proof of the identity of a user logging on to some network
Talk about this word "ταυτοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ταυτοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7 "ταυτοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταυτοποίηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}