ταφόπετρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταφόπετρα

Where it comes from

ταφόπετρα < τάφ(ος) + -ό- + πέτρα

noun ταφόπετρα · ταφόπετρες · ταφόπετρας

  1. συνώνυμο του ταφόπλακα ※ Ἡ πολεμικὴ κραυγὴ τῶν βουνίσιων Σκοτσέζων: «Πολέμα μὲ λύσσα, δέχου τὸ θάνατο μὲ χαρά», ἀνέβαινε ἀπ’ ὅλες τοῦτες τὶς ἐγγλέζικες ταφόπετρες ποῦ πατοῦσα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς αὐλόγυρους καὶ ποῦ σκέπαζαν σὰ σκουτάρια τοὺς μεγάλους πολεμιστὲς τῆς ἀνθρώπινης χίμαιρας.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταφόπετρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ταφόπετρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"ταφόπετρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταφόπετρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}