ταχυκαρδία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταχυκαρδία
- ta.çi.kaɾˈði.a
Where it comes from
ταχυκαρδία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tachycardie < αρχαία ελληνική ταχύς (ταχυ-) + καρδία (καρδιά)
:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1889
noun ταχυκαρδία · ταχυκαρδίες · ταχυκαρδίας · ταχυκαρδιών
-
η παθολογική αύξηση της συχνότητας των παλμών της καρδιάς πέρα από τους 90 παλμούς ανά λεπτό
υποφέρει από ταχυκαρδίες
Opposite: βραδυκαρδία
- κάθε παρόμοια αύξηση των καρδιακών παλμών για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με έπιασε ταχυκαρδία, όταν την είδα
Similar: ταχυπαλμία
Thesaurus
noun
Similar: ταχυπαλμία
In English
- tachycardia rapid resting heart rate
Talk about this word "ταχυκαρδία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ταχυκαρδία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B1 "ταχυκαρδία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταχυκαρδία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}