ταχύμετρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταχύμετρο
- taˈçi.me.tro
Where it comes from
ταχύμετρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tachymètre < αρχαία ελληνική ταχύς + μέτρον
:* για το όργανο των τοπογράφων < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική tachymeter
:: Μορφολογικά, αναλύεται σε ταχύ- + -μετρο
noun ταχύμετρο · ταχύμετρα · ταχύμετρου · ταχυμέτρου · ταχύμετρων · ταχυμέτρων
- όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα ενός οχήματος (καθώς και τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν) άλλες μορφές: ταχόμετρο
- όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα περιστροφής ενός σώματος
- όργανο που μετρά την ταχύτητα των βλημάτων ενός όπλου, τόσο εντός της κάννη όσο και στον αέρα
- δρομόμετρο
- όργανο τοπογράφων με το οποίο αποτυπώνεται κατά πλάτος και καθ’ ύψος μια περιοχή
In English
- speedometer a device that measures, and indicates the current speed of a vehicle
Talk about this word "ταχύμετρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ταχύμετρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF "ταχύμετρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταχύμετρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}