ταύτιση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταύτιση
Where it comes from
ταύτιση < (καθαρεύουσα) ταύτισις < ταυτίζω + -σις/-ση
noun ταύτιση · ταυτίσεις · ταύτισης · ταυτίσεων
- η ενέργεια με την οποία κάποιος ταυτίζει κάποιον/κάτι με κάποιον/κάτι άλλο· το να είναι ή να θεωρείται ή να αναγνωρίζεται κάτι ως ίδιο με κάτι άλλο ※ η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντι
- το να ταυτίζεται συναισθηματικά κάποιος με κάποιον άλλον, να μπαίνει στη θέση του και να μοιράζεται τα συναισθήματά του η ταύτιση του αναγώστη με τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος
- το να αναγνωρίζει κάποιος ότι ανήκει σε ένα ευρύτερο σύνολο και ενστερνίζεται τους στόχους του η ταύτιση των οπαδών με την ποδοσφαιρική τους ομάδα
Talk about this word "ταύτιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ταύτιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%B7 "ταύτιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταύτιση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}