τείχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τείχος
- ˈti.xos
Where it comes from
τείχος < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική τεῖχος. Συγκρίνετε με το τοῖχος > τοίχος, επίσης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeyǵʰ-.
noun τείχος · τείχη · τείχους · τειχών
- αμυντική κατασκευή, μόνιμη ή πρόχειρα φτιαγμένη· συνήθως περιβάλλει μία πόλη και αποτελείται από ψηλά και γερά τοιχώματα που συνοδεύονται από πύργους, προμαχώνες και επάλξεις (η λέξη χρησιμοποιείται συχνά και στον πληθυντικό)
- προστατευτικός κλοιός το τείχος της αδιαφορίας
- αμυντική γραμμή από παίκτες οι οποίοι στέκονται ο ένας πολύ κοντά στον άλλον προκειμένου να αποκρούσουν με τα σώματά τους μια βολή φάουλ που εκτελείται από επικίνδυνη για την εστία τους θέση
In English
- wall defensive rampart
Talk about this word "τείχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. τείχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82 "τείχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τείχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}