τεγίδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τεγίδα
Where it comes from
τεγίδα < τέγ(ος) + -ίδα
noun τεγίδα · τεγίδες · τεγίδας · τεγίδων
- δευτερεύοντα στοιχεία κατασκευής στέγης, μικρής διατομής ξύλινοι δοκοί (ή αντίστοιχα μεταλλικά στοιχεία) που διατρέχουν παράλληλα με τον άξονα της στέγης και συνδέουν τα ζευκτά μεταξύ τους ※ Οἱ στέγες εἶναι συνήθως δίριχτες ἤ ἀκόμα τρίριχτες ή τετράριχτες ἀνάλογα μέ τή θέση τῆς κατασκευῆς (εἰκ.188) καί ἀποτελοῦνται ἀπό τριγωνικά ζευκτά, πού γεφυρώνουν ἄνοιγμα 6-3 μ ., τεγίδες (τράβα, φιλάνια) , σανίδωμα καί κεραμίδια (Α.Αγοροπούλου-Μπιρμπίλη, Η αρχιτεκτονική της πόλεως της Κέρκυρας κα
Thesaurus
In English
- purlin longitudinal structural member of a roof
Talk about this word "τεγίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. τεγίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "τεγίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τεγίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}