τεζάκι
Ελληνικά
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
τεζάκι
Nó đến từ đâu
τεζάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική tezgâh < περσική دستگاه (dastgāh)
danh từ τεζάκι · τεζάκια · τεζακιού · τεζακιών
- ο πάγκος του μαγαζάτορα σε παντοπωλείο ή καφενείο, ο μπουφές Ο καταστηματάρχης στάθηκε για μια στιγμή κι αναμέτρησε τη δυστυχία του. Το κούτελό του άρχισε να γυαλίζει από ψιλόν ιδρό. Αντίο μεγαλεία τώρα... Άντε πάλι ζέψου στο τεζάκι, και πιάσε πάλε τα φλιτζανοπότηρα. Και γίνε πάλι πατσαβούρι και τσιράκι του καθενός. Και παίρνε διαταγές, και μάζευε τις πενταρο
- είδος σπαγκοραφής βιβλιοδεσίας
- εργαλείο-μηχάνημα, το οποίο χρησιμοποιεί ο βιβλιοδέτης για το ράψιμο των βιβλίων Παλιότερα στα βιβλιοδετεία με τους πολλούς εργάτες και τον καταμερισμό εργασίας, το ράψιμο γινόταν από γυναίκες. Στην Αθήνα -λίγα μόλις χρόνια πριν- οι ράφτρες αυτές εργάζονταν σε περισσότερα από ένα βιβλιοδετεία και αμείβονταν «με το τεζάκι», πόσα δηλαδή τεζάκια γέμιζαν στο χρόνο που δούλεψαν. (*)
Trò chuyện về từ này "τεζάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. τεζάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "τεζάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {τεζάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}