τεκνοποιητικός
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
τεκνοποιητικός
מאיפה זה בא
τεκνοποιητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεκνοποιητικός
שם תואר τεκνοποιητικός · τεκνοποιητική · τεκνοποιητικό · τεκνοποιητικού · τεκνοποιητικής
- που έχει σχέση με την τεκνοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
באנגלית
- childbearing Translations
לדבר על המילה הזו "τεκνοποιητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τεκνοποιητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "τεκνοποιητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {τεκνοποιητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}