τελειωτικός
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
τελειωτικός
- te.li.o.tiˈkos
- te.li.o.tiˈci
- te.li.o.tiˈko
من أين أتت
τελειωτικός < (ελληνιστική κοινή) τελειωτικός
صفة τελειωτικός · τελειωτική · τελειωτικό · τελειωτικού · τελειωτικής
- που ολοκληρώνει κάτι, οδηγώντας το σε ένα τέλος
-
που δεν επιδέχεται αλλαγές
مشابه: οριστικός · عكسها: εφήμερος, παροδικός, προσωρινός
تحدّث عن هذه الكلمة "τελειωτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τελειωτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "τελειωτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {τελειωτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}